«Ένα ημιτόνιο πίσω»


ΘΕΑΤΡΙΚΟ  ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ

«Ένα ημιτόνιο πίσω»

της Μάρης Τσαμακίδου Παπαποστόλου



Φθινόπωρο…σούρουπο…απόγευμα Σαββάτου. Δωμάτιο απλό, καθαρό, ελάχιστα φωτισμένο με όμορφη επίπλωση. Κοντά στο παράθυρο με την υπέροχη κουρτίνα από άσπρη γάζα, κάθεται μια γυναίκα, γύρω στα 65. Μάλλον ψηλή, με κοντοκομμένα γκρίζα μαλλιά, μάτια πολύ εκφραστικά, φορώντας ένα καλοραμένο φόρεμα σε γκρι –μπλε χρώμα. Στα λεπτά της δάχτυλα μπερδεύεται ένα μικρό ασημένιο κομπολόϊ. Χαϊδεύει με το βλέμμα το παλιό ραδιόφωνο το Philips, με καμένες τις λάμπες του, που, βουβό πια, αποτελεί μιαν εικαστική παρέμβαση στον χώρο. Αυτό το μικρό Philips ψηλά  πάνω σ’ ένα ράφι θα είναι η πρώτη επαφή της με την ξένη αλφαβήτα και με το Ράδιο–Βατικανό. Κάθε Κυριακή , όταν ήταν μικρή, όρθια επάνω σε μια καρέκλα άκουγε τις μουσικές εκπομπές και ,το βράδυ, μετά το «Θέατρο στο μικρόφωνο» κατά τις εννέα, χανόταν στους λαβύρινθους του ανατριχιαστικού για εκείνη τότε « Ave Maria, gratia plena…». Το  mulieribus, ειπωμένο από μία μονωδία μερικών καλογραιών με άλτο φωνή, της διέτρεχε την σπονδυλική στήλη σαν φίδι, της ανακάτευε τα σωθικά και τη γέμιζε  τρόμο μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, που για μοναδικό φως είχε εκείνο, που φώτιζε το καντράν του ραδιοφώνου.
Από κάπου ακούγεται η φωνή του Sinatra και το "My way"
"And dit it my way" ακούγεται η γυναίκα να σιγοντάρει τον Frank. Αναστενάζει, χαμογελάει κάπως θλιμμένα, κάπως τρυφερά και μονολογεί. 

          Ναι, έζησα με τον δικό μου τρόπο και μόνο μ’ αυτόν. Τις πιο πολλές φορές αρνήθηκα, και πάλεψα πολύ να το πετύχω, να μπω στα καλούπια του "πρέπει" και του "δήθεν" κι ένοιωσα ωραία έτσι και δυνατή….Χαχαχαχα.. τροπαιούχα´ πρωταγωνιστούσα στην ίδια μου τη ζωή δίχως εξαρτήσεις κάθε είδους. Τώρα πια, πίσω-πίσω,  [που λένε] τολμώ να πω πως ο Θεός μ’ έπλασε με μυαλό κι αισθήματα ΑΝΤΟΧΗΣ. Ναι…ναι…! Όπως το ακούτε: ΑΝΤΟΧΗΣ.
          Τι να πω και τι να ‘μολογήσω!....Ορφανή από μπαμπά με μια μητέρα που με λάτρευε. Μα κι εγώ…στα μάτια την κοιτούσα και φρόντιζα να μην την στεναχωρώ, να είμαι άριστη μαθήτρια αλλά –κυρίως- καλή θυγατέρα.
Πώς τα φέρνει η μοίρα καμιά φορά!...«Άμα ψάχνεις, βρίσκεις», έτσι δεν λένε; Τώρα το τι βρίσκεις είναι μιαν άλλη ιστορία. Για μένα εκείνο το έγγραφο στο συρτάρι της ντουλάπας, το τυλιγμένο σε ρολό και περιτυλιγμένο από φύλλο παλιάς εφημερίδας, ήταν το… εισιτήριο διαρκείας για μιαν αναζήτηση που κράτησε τέσσερις δεκαετίες κα πλέον… Μη σας φαίνεται περίεργο´ ακόμα και σ’ εκείνα τα χρόνια βασίλευε ο ρατσισμός. Τον βίωσα στο πετσί μου ως ορφανή. Φανταστείτε πως, μερικά παιδιά δεν με κάνανε παρέα επειδή ήμουν ορφανή. «Όνομα πατρός;» ρώτησα μια μέρα έναν δάσκαλο, «τι να γράψω στο δελτίο του λεωφορείου; Ο δικός μου μπαμπάς έχει πεθάνει» Και η απάντηση: «Ορφανή». Χα…Λες και φύτρωσα, λες και δεν είχα γεννήτορα.  Ας είναι…
Τον βίωσα όμως κι αλλιώς…Α! Το έγγραφο… ναι! Να σας πω για το έγγραφο. Που λέτε το ανοίγω και διαβάζω: « …στην μαθήτρια …τάδε…, θετή κόρη του…και της…» Έμεινα εμβρόντητη. Διαισθάνθηκα ότι ήταν κακή λέξη αλλά δεν ήξερα την σημασία της. Τρέχω στην βιβλιοθήκη ανοίγω το λεξικό - θυμάμαι ήταν της "Πρωΐας". Ανοίγω με δυνατό καρδιοχτύπι στη λέξη θετός. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω την ερμηνεία, κοιτάζω τις παραπάνω ή τις παρακάτω λέξεις, με την κρυφή ελπίδα να έχει γίνει λάθος. Κι όμως, όχι. Ήταν έτσι και δεν θ’ άλλαζε ποτέ και για τίποτε. Στα μηνίγγια το αίμα μαζεύονταν πυκνό και ήθελε να πεταχτεί έξω. Ήμουν κάποια που δεν είχε μητέρα, ούτε πατέρα, ούτε συγγενείς, ούτε όνομα, ούτε καν σπίτι. Μου τα είχαν αφαιρέσει όλα τούτα, δεν μου άφησαν τίποτε. Δεν είχα με τί  να τ’ αντικαταστήσω και απόμεινα μονάχη. Πήρα μια βαθιά ανάσα, έκλεισα το λεξικό, το έβαλα στη θέση του, ξαναπήγα στη ντουλάπα, ξανάκανα το ενδεικτικό σε ρολό, τύλιξα γύρω του την εφημερίδα  το τοποθέτησα στη θέση του, κλείδωσα  και σωριάστηκα στο κρεβάτι. Ένα μεγάλο κάτασπρο ψηλό κρεβάτι με μπάρες από νίκελ, αντίκρυ από το κρεβάτι της μητέρας, που ήταν ολόιδιο με το δικό μου. Σταύρωσα τα χέρια και έκλεισα τα μάτια. Όταν τα άνοιξα, κάρφωσα το βλέμμα στο κρεβάτι της μαμάς, τη φαντάστηκα να κοιμάται και σκέφτηκα: « Κι όμως μ’ αγαπάει τόσο!… Ίσως να ναι λάθος ή και ψέμα ». Η δίψα μου για ζωή, η ιδιοσυγκρασία μου και η τάση μου για μυθοποίηση μ’ ανάγκασαν να ανοίξω τα στεγανά μου, για να κλείσω το συμβάν μέσα, δίνοντας υπόσχεση στον εαυτό μου να μην πω το παραμικρό σε κανέναν.
Η μητέρα γύρισε νωρίς το απόγευμα από το νεκροταφείο κι εγώ συμπεριφερόμουν σα να μην είχε συμβεί τίποτε απολύτως. Άκουγα δυνατά μουσική · είχα κι’ ένα διαβολεμένο κέφι, από εκείνα που μ’ έπιαναν συχνά, όταν ένοιωθα ότι πνιγόμουν και ήθελα να εκτονωθώ, να βρω έξοδο διαφυγής. Και από τότε δεν πέρασε μέρα, που να μην παρακολουθώ στο ραδιόφωνο τις «Αναζητήσεις μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού». Προσδοκούσα να ακούσω να αναφέρουν και το δικό μου όνομα · ότι με ζητούν, ψάχνουν,  ενδιαφέρονται  για μένα. Ήθελα ν’ ακούσω να ονοματίζουν αυτούς που  αναζητούν το χαμένο τους παιδί. « Θα σημειώσω τ’ όνομά τους και όταν μεγαλώσω και πεθάνει η μαμά μου, θα ξεκινήσω να τους βρω » σκεφτόμουν με περισσή αφέλεια. Πάντα οι άνθρωποι έχουν ελπίδα˙ κι η δικιά μου ήταν καλά ασφαλισμένη στην αγκαλιά του Ερυθρού Σταυρού.
Εδώ να δείτε εσείς ρατσισμό…Δεν παλεύονται οι άνθρωποι, σας λέω! Ούτε από μικρούς ούτε από μεγάλους…Καλοθελητούδες να μου "ανοίξουν" τα μάτια…μόνο που μου τα "έβγαζαν"….«Αχ! Καλέ, ναι!!! Είναι το κοριτσάκι που το πήρανε».
Μια μέρα η δασκάλα μας θα υπαγόρευε άγνωστη ορθογραφία και μάλιστα αρκετή. Μας είχε προειδοποιήσει ότι θα είναι πολλή και με σχετικά δύσκολες λέξεις, διότι παρακολουθούν πια μεγάλη τάξη. Αυτό μ’ έκανε να νοιώθω πως ήμουν τόσο ώριμη, ώστε να μην επιτρέπω στον εαυτό μου να πηγαίνω αδιάβαστη. Η κυρία Καίτη, αφού επέβαλε την τάξη μέσα στην αίθουσα, άρχισε να υπαγορεύει το κείμενο της ορθογραφίας. Είμαι η πρώτη που τελειώνει και σηκώνω το κεφάλι από το γραπτό.Βλέπω τ’ άλλα παιδιά που σβήνουν - γράφουν και σκέφτομαι: «Τι καλά που είναι αυτά! Δεν έχουν καμία έγνοια · είναι σίγουρα για τους γονείς τους · δεν αναρωτιούνται για τίποτε. Άραγε να ξέρουν για μένα; » Είχα κι αυτή την αμφιβολία, γιατί, ναι μεν ήμουν έξυπνη αλλά ταυτόχρονα και πολύ αθώα, αυθόρμητη, απονήρευτη, πολύ παιδί. Υπήρχαν άλλα στην ηλικία μου που ήταν πονηρεμένα, αυτό που λέμε ξύπνια αλλά όχι κατ’ ανάγκη και έξυπνα. Τελειώνει η υπαγόρευση, γίνεται η επανάληψη και η κυρία Καίτη σκύβει πάνω από κάθε γραπτό · το διορθώνει προσεκτικά, επισημαίνοντας τα λάθη στον καθένα από τους μαθητές της. Χαρούμενες η Ζωή, η Μαριάνθη, η Κάτια πανηγυρίζουν για το Άριστα 10 που παίρνουν. Ο Ηλίας, ο Γιάννης, ο Φάνης το ίδιο. Φυσικά κι εγώ εισπράττω ένα μεγάλο Άριστα. Όμως η ωραία της τάξης, μια ψηλή με κατάμαυρα μαλλιά, η Νάγια , πλησιάζει στο θρανίο μου και με τα λεπτά  χείλια της, σφίγγοντάς τα (έτσι τα έκανε, όταν ήταν έτοιμη να στάξει δηλητήριο) μου λέει:
«Πόσο πήρες στην ορθογραφία;»
«Δέκα», της απαντάω απλά σηκώνοντας το κεφάλι ·« Εσύ; »
«Εγώ οχτώ, αλλά μη χαίρεσαι. Τι σαν πήρες δέκα; Και ο πατέρας σου έχει πεθάνει και δεν είσαι δικό τους παιδί. Σ’ έχουν πάρει από τους γύφτους»
Και με έκφραση θριάμβου κάνει  στροφή απότομα και πηγαίνει στο θρανίο της.
     Απόμεινα σιωπηλή, χωρίς να μπορέσω ν’ αρθρώσω λέξη. Σ’ όλη μου τη ζωή παρόλο που ήμουν άνθρωπος ντόμπρος και είχα το θάρρος της γνώμης μου, εντούτοις, όταν μου επιτίθεντο ξαφνικά και άδικα, δεν έβγαζα κουβέντα. Τώρα,  νοιώθω τόσο ανήμπορη σα να εμφανιζόταν εμπρός μου κάτι το θεόρατο, που μου ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσω, να πολεμήσω. Και επειδή τα συναισθήματα ήταν συγκεχυμένα, εκείνο που μπόρεσα να εκδηλώσω, ήταν η φυγή και η αναζήτηση προστασίας από τη μητέρα μου.. .Για πρώτη φορά στη μαθητική μου ζωή φεύγω τρέχοντας από το σχολείο χωρίς να ζητήσω την άδεια και φθάνω στο σπίτι αλαφιασμένη. Δεν έχω πια κουράγιο να συγκρατηθώ, για να μη στεναχωρήσω τη μητέρα μου. Η φορτισμένη μου ψυχή ζητούσε ν’ ακουμπήσει, για να ξανασάνει, στη μητρική αγκαλιά. Δάκρυα λούζουν το πρόσωπό μου. Ξεσπάω σε γοερά κλάματα. Αισθάνομαι τόσο δυστυχισμένη αλλά και ανακουφισμένη συνάμα. Η μαμά μου χαϊδεύει το κεφάλι, αλλά γεμάτη ανησυχία με ρωτά: «Τι έπαθες, καλό μου; Τι έχει το πουλί μου; Μήπως δε νοιώθεις καλά; Να πάμε στο γιατρό. Μήπως κανένα παιδί σε χτύπησε; Δεν πειράζει, γίνονται αυτά…Μήπως δεν έγραψες καλά στο μάθημα; Ε!…δε χάθηκε ο κόσμος δα…Όλοι ξέρουν ότι είσαι καλή μαθήτρια. Θα κάνουμε μαζί μια επανάληψη την Κυριακή και θα τ’ αναπληρώσεις»
      Και μην έχοντας απάντησή μου, παίρνει όλες τις παραμέτρους.
«Έλα, χρυσό μου, ησύχασε. Πες στη μανούλα τι σε βαραίνει» Με το άκουσμα του « τι σε βαραίνει » καινούργια κλάματα. Αχ! Πόσο θέλω να της τα πω όλα, μα όλα• με κάθε λεπτομέρεια. Να μην υπάρχει τίποτα το κρυφό ανάμεσά μας. Όλα να είναι διάφανα, πεντακάθαρα. Όμως ίσως να φέρω τη μητέρα σε άσχημη θέση. Ίσως κάποτε μπορεί να μου μιλήσει η ίδια. Έτσι αποφασίζω να πω τη μισή αλήθεια. «Να!… πήρα δέκα στην ορθογραφία και, επειδή με ζηλέψανε, μου είπανε κάτι παιδιά ότι δεν είμαι δικό σου παιδί. Γιατί μου λένε τέτοιες κουβέντες; » Τελειώνοντας τα λόγια μου κουρνιάζω ξανά στο στήθος της μητέρας μου. Όχι γιατί τώρα το χα ανάγκη, αλλά για να μη δω την έκφρασή της.
«Αχ! παιδάκι μου…Πόσες φορές και πόσοι άνθρωποι θα μας ρίξουν δηλητήριο…εμείς όμως δεν πρέπει να τους δίνουμε σημασία. Σημασία να δίνουμε σ’ αυτά, που μας λένε εκείνοι, που ξέρουμε πως μας αγαπούν και θέλουν το καλό μας. Μη φοβάσαι ότι δε θα τους ξεχωρίσεις. Είναι τόσοι λίγοι!…Όμως ποιό παιδί ήταν αυτό, που σου είπε τέτοια κουβέντα; Μην ανησυχείς, δεν θα πάω στο σχολείο να κάνω φασαρία• μια κυρία δεν θα κατέλθει ποτέ στο επίπεδο μιας οποιασδήποτε "γυναικούλας"»
«Δεν το ξέρεις…κάποιο παιδί, αποκρίθηκα ήρεμα» Δεν θέλω να της αποκαλύψω το όνομα της Νάγιας. Είναι χρόνια γειτόνισσα, αν και δεν έχουμε ιδιαίτερες σχέσεις. Ύστερα δεν μου αρέσει να κόβεται έστω και αυτή η απλή καλημέρα. Θέλω να τα έχω με όλους καλά.
      Τρυφερά η μαμά με απομακρύνει από την αγκαλιά της. Παίρνοντάς με από το χέρι, με οδηγεί στην τραπεζαρία, όπου επάνω στο γραφείο βρίσκεται η φωτογραφία του άντρα της. Την ανασηκώνει και βάζοντάς την μπροστά μου, μου λέει: «Κοίταξε, αγάπη μου. Κοίτα την ομοιότητα που έχεις με τον πατέρα σου. Κοίταξε καλά. Τα ίδια μάτια, η ίδια γλυκιά έκφραση»
Δείχνω να πείθομαι, μόνο και μόνο για να μην τραβήξει σε μάκρος το μαρτύριο της μητέρας μου. Αλλά εκείνη συνεχίζει: «Σκέψου, όμως την άλλη περίπτωση. Εδώ υπάρχουν αδέρφια και διαφέρουν παρασάγγες δεκατέσσερις. Και μην πας μακριά…Εγώ με το θείο σου, τον αδερφό μου• κατάξανθος εκείνος, προς το μελαμψό εγώ, καμία ομοιότητα. Άσε τη διαφορά χαρακτήρων. Κι έπειτα θυμήσου τον Κάιν και τον Άβελ…δεν θα σου πω τίποτε άλλο»
Ο ρυθμός της αναπνοής της έχει γίνει γρηγορότερος, από την προσπάθειά της να με πείσει • να μου τα πει με ευφράδεια, που να δείχνει ότι δεν τα σκέφτεται, αλλά της βγαίνουν έτσι, γιατί, ακριβώς, είναι αληθινά.
«Ναι, άδικα στεναχωρηθήκαμε. Μόνο που τώρα πρέπει να πάω στο σχολείο. Έλα να σου δώσω ένα φιλάκι…Σ’ αγαπάω…Θα τα πούμε το μεσημέρι. Γεια» Και κατεβαίνοντας την εξωτερική σκάλα της αυλής σκεφτόμουν: « Γιατί να την παιδεύω έτσι; Αυτή τη μάνα, που νηστεύει εκείνη για να μπορώ να κοινωνάω εγώ τις Κυριακές! Αυτή τη μάνα, που βάζει στον κόρφο της τα φανελάκια μου το χειμώνα ,να τα ζεστάνει, για να τα φορέσω μέχρι να πυρώσει η σόμπα. Ποτέ μου δεν θα την πληγώσω».
Για κάποιους λόγους που δεν ενδιαφέρουν αυτή τη στιγμή, στα έντεκά μου αναγκάστηκα να πάω σε άλλη πόλη και βεβαίως σε καινούριο σχολείο για λίγο καιρό . Μια μέρα και αφού ο δάσκαλος μας υπαγόρευσε την ορθογραφία, ζήτησε από τους μαθητές να πηγαίνουν ένας-ένας, για να διορθώνει τα γραπτά. Όσο εκείνος διόρθωνε, τα υπόλοιπα παιδιά έβρισκαν την ευκαιρία για κουβεντούλα και πειράγματα. Κανένα δεν πρόσεχε το δάσκαλο. Ήρθε και η σειρά μου. Ανέβηκα στο βάθρο και στάθηκα δίπλα του στην έδρα, βάζοντας το γραπτό μου εμπρός του. Μη βρίσκοντας λάθη με επαίνεσε και βάζοντας το χέρι του κάτω από την ποδιά μου, με χτύπησε ελαφρά στους μηρούς. Η καρδιά μου αναποδογύρισε. Η κίνηση αυτή μ’ έκανε να πάρω το τετράδιό μου και να κατεβώ από την έδρα, ενώ τα πόδια μου δεν με βαστούσαν από την τρεμούλα και το φόβο. Σωριάστηκα αμίλητη στο θρανίο. Ένιωσα ανατριχίλα σ’ όλο το κορμί και φόβο, πολύ φόβο. Δεν σήκωσα τα μάτια  να τον κοιτάξω · ένοιωθα απειλή, τρόμο, αγανάκτηση, θυμό. Ένοιωθα τόσο περίεργα…Αναστατωνόμουν από το γεγονός, ότι δεν μπορούσα να εξηγήσω τα πρωτόγνωρα συναισθήματα. Έμεινα καρφωμένη στο θρανίο κοιτώντας το πάτωμα, ακολουθώντας με το μάτι τα σχέδια του μωσαϊκού. Ήθελα να κλάψω, να ουρλιάξω από θυμό, ήθελα να φύγω. «Πού θα πας, κακομοίρα μου;» έλεγε μια φωνή εντός μου. «Τη μαμά και το μπαμπά ξέχνα τους. Τρέχουν στα νοσοκομεία. Θα το πεις στους συγγενείς; Σίγουρα θα σε πιστέψουν. Για σκέψου όμως πόση αναστάτωση θα φέρεις! Θα πρέπει να σε υπερασπιστούν και θα τσακωθούν με το δάσκαλο και θα γίνει σούσουρο μεγάλο και… Άστο καλύτερα! Κάνε υπομονή! Θα φύγεις κάποια στιγμή απ’ αυτό το  σχολείο, θα πας στις συμμαθήτριές σου και κοντά στην πολυαγαπημένη σου κυρία Καίτη. Μη μιλάς! Άστο…» Έτσι το άφησα να περάσει. Αρνήθηκα να πλησιάσω το δάσκαλο, αλλά για πείσμα του διάβαζα, διάβαζα πολύ και ήμουν πρώτη μαθήτρια. Όταν εκείνος μου ζητούσε να πω μάθημα, απέφευγα να τον κοιτάξω. Ένοιωθα, πως εκεί ψηλά στην έδρα, κάθεται ένας κακός άνθρωπος, που μου δείχνει την αγάπη του με πολύ άσχημο τρόπο. Δεν τον ζύγωσα ποτέ κι ούτε μίλησα ποτέ γι’ αυτόν, παρά μόνο στον άντρα μου, πολλά πολλά χρόνια μετά. Δεν μιλούσα…Κατάπινα όλες τις προσβολές λεκτικές και μη. Και ζούσα πάνω στο συννεφάκι μου – όχι κατ’ ανάγκη ροζ -  μα φιλόξενο κι αγαπησιάρικο. Ζούσα την δική μου προσωπική ζωή…
Χμ!....Πόσο πρόχειρες είναι οι αναμνήσεις καμιά φορά!!! Τι θυμήθηκα τώρα….Το ένα μετά το άλλο τα πάθια μου… Ο νους ξεστρατίζει αρκετά χρόνια μετά, τότε που πήγαινα στην Α! τάξη του Γυμνασίου.  Η μαμά ανησυχούσε, που η κόρη της έπρεπε να απομακρύνεται αρκετά από το σπίτι για να πάει στα απογευματινά της μαθήματα, τώρα που έχει μεγαλώσει λιγάκι και φαίνεται κοπελίτσα. Συνεννοήθηκε με τον αδερφό της τον δικηγόρο, να περνάει η μικρή από το γραφείο του πηγαίνοντας στα σχολεία το απόγευμα και έτσι να δίνει το παρόν. Σε αντίθετη περίπτωση να την ειδοποιούσε, μιας και ήταν πολύ κοντά.
Πέρασε σχεδόν ολόκληρη η σχολική χρονιά με τις καθημερινές επισκέψεις από του θείου, ο οποίος κάθε φορά κάτι θα με φίλευε · μα μια σοκολάτα, μα ένα αναψυκτικό, πάντως δεν με άφηνε να φύγω έτσι από το γραφείο του. Μ’αγαπούσε πολύ και αστειευόταν συχνά μαζί μου. Όταν, λόγου χάριν έκοψα πολύ κοντά τα μαλλιά μου, επειδή δεν έστρωναν και ορθωνόντουσαν σαν καρφάκια, εκείνος  έλεγε:
«Βρε, καλώς τον Βιετκόγκ…»
Έτσι και εκείνο το απόγευμα πέρασα από το γραφείο. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα. Το γραφείο ήταν μακρόστενο και χωριζόταν στη μέση με μια ξύλινη κατασκευή, όχι πολύ ψηλή, που κατέληγε σε μικρές αψίδες , όπου είχαν περάσει αδιαφανές κρύσταλλο με διάφορα ανάγλυφα σχέδια. Ο θείος απουσίαζε. Ήταν όμως ο υπάλληλός του, ο Μπάμπης, ένας τριανταπεντάρης άντρας, πολύ ψηλός, με χοντρά μυωπικά γυαλιά, πάντα με κοστούμι και γραβάτα και υπερβολικά ευγενικός με την μαμά ή με την σύζυγο του θείου.
«Είναι κάποιος εδώ; «» φώναξα, κρατώντας μισάνοιχτη την πόρτα.
«Ναι, ποιος είναι;»  ακούστηκε η φωνή πίσω από το διαχωριστικό.
«Εγώ», απάντησα, πιστεύοντας πως ο Μπάμπης θα με καταλάβαινε από τη φωνή μου.
«Δεν είναι εδώ ο θείος σου», αποκρίθηκε εκείνος και κρατώντας ένα νομικό βιβλίο φάνηκε από την πόρτα του διαχωριστικού. «Δεν θ’ αργήσει όμως. Αν δεν βιάζεσαι, μπορείς να τον περιμένεις». Είπε και κάθισε στην πολυθρόνα, που βρισκόταν στο μπροστινό μέρος του γραφείου. Υπήρχε επίσης και ένα μικρό τραπεζάκι, όπου επάνω ήταν σκεπασμένη με τη δερμάτινη θήκη της η  Remington, η γραφομηχανή. Μια ακόμη καρέκλα πίσω από το τραπεζάκι και η μικρή βιβλιοθήκη στη γωνία. Βλέποντας τη γραφομηχανή και έχοντας μερική ώρα στη διάθεσή μου, κατευθύνθηκα προς το τραπεζάκι, τράβηξα την καρέκλα, κάθισα και ξεσκέπασε τη μηχανή. Δεν του ζήτησα την άδεια, επειδή πίστευα, ότι δεν θα τολμούσε να μου αρνηθεί. Τον παρακάλεσα να μου περάσει μια λευκή κόλλα χαρτιού και άρχισα να "γράφω" Χάζευα τα πλήκτρα, με τα μικρά και τα κεφαλαία γράμματα, τους τόνους και τα πνεύματα, αλλά εκείνο που με μάγευε, ήταν η κίνηση, του να πάει το κινούμενο στέλεχος από την αρχή, προς την  αριστερή πλευρά. Ήμουν συνεπαρμένη από το…γράψιμο, που δεν πρόσεξα τον Μπάμπη. Είχε βάλει το βιβλίο του στη βιβλιοθήκη, είχε σηκωθεί από την πολυθρόνα και ήρθε και στάθηκε ακριβώς πίσω από την καρέκλα μου. « Γράφεις ωραία » μου είπε και μ’ έπιασε από τους ώμους. Άρχισε να με χαϊδεύει στα μπράτσα, ενώ συγχρόνως έκανε περίεργες κινήσεις κολλητά στην πλάτη της καρέκλας, που τις ένοιωσα κάποια στιγμή στην πλάτη μου.
Ξανάζησα την αίσθηση όπως τότε με τον δάσκαλο…Ήμουν γεμάτη από σιχασιά.. Ήθελα να σκίσω τα ρούχα μου, να ουρλιάξω και να το φωνάξω σ’ όλο τον κόσμο. Η καρδιά μου πήδηξε στο στήθος μου και με μιαν απότομη κίνηση του ξέφυγα. Χωρίς να βγάλω άχνα, άρπαξα σαν τρελή τη τσάντα μου, άνοιξα την πόρτα και ξεχύθηκα στο δρόμο. Οι φλέβες στο λαιμό χτυπούσαν δυνατά. Πάλι η ίδια αηδία, ξανά ο μεγάλος θυμός, ξανά η εκλογίκευση. Παρακολούθησα το μάθημα εκείνο το απόγευμα, το ίδιο όπως και κάθε άλλη φορά.
Ποτέ δεν είπα στη μαμά όσα άσχημα μου είχαν συμβεί αλλά και ούτε πως ήξερα για την υιοθεσία μου. Σεβάστηκα την απόφασή της στην σιωπή. Το κυριότερο ήταν πως δεν ήθελα επ’ ουδενί να περάσει , έστω και σαν αστραπή, από το μυαλό της η σκέψη, πως ό,τι έκανα αργότερα εγώ για εκείνη το έκανα από υποχρέωση και όχι από αγάπη.
Ας είναι….Ας τα’ αφήσουμε πίσω όλα αυτά. Σας τα είπα για ν’ αντιληφθείτε τα περί ΑΝΤΟΧΗΣ. Θυμάστε, ε;
 Ας είναι · τα ψεγάδια είναι που κάνουν τη ζωή πολύτιμη.
Τι μου θύμισε σήμερα ο Sinatra!!!
    Ο καιρός πέρασε, τα χρόνια κύλησαν…H μαμά πέθανε τον καιρό που ήμουν αρραβωνιασμένη. Άραγε πόσες φορές μπορείς να χάσεις την ευτυχία σου; Η πρώτη ήταν που την έχασα με την γέννησή μου. Η επόμενη ήταν τώρα. Όλα μου φαινόντουσαν ερημωμένα · κι όμως ένας άνθρωπος ήταν που έλειπε. Στη Νεκρόπολη – έτσι μου αρέσει να ονοματίζω το νεκροταφείο – σκεφτόμουν τα μάτια τα κλειστά που νοιώθουν, τα μάτια που συγχωρούν. Ύστερα παντρεύτηκα τον καλό μου κι άρχισε η αναζήτηση…η επώδυνη αναζήτηση…Ο σκοπός της ζωής μου, η αδήριτη ανάγκη μου…
          Έγινε μια συνάντηση με την λατρεμένη ανηψιά της μαμάς, που μου εξιστόρησε το πώς και το γιατί της υιοθεσίας μου με κάθε λεπτομέρεια.
«Θα σου τα πω όλα. Θα φωτίσω όλες τις σκιερές γωνιές και θα σε βοηθήσω, όσο μπορώ και παραπάνω από τις δυνάμεις μου. Δεν είναι ότι σ’ αγαπάω πολύ και θέλω να το κάνω, αλλά το χρωστώ και στη συχωρεμένη τη μητέρα σου. Να ήξερες, ξαδέρφη, πόσο την κατέτρωγε η ανησυχία μήπως και μάθεις κάτι. Η μυστικότητα προκαλούσε συναισθήματα απομόνωσης και απελπισίας…»
«Και σε μένα το ίδιο», την έκοψε η Μαρούσκα. «Φαντάζομαι και τη φυσική μου μητέρα το ίδιο».
«Μετά την πρώτη επίσκεψη του αρραβωνιαστικού σου στο σπίτι σας και την επισημοποίηση της σχέσης σας, σχεδόν αμέσως μου τηλεφώνησε φανερά ταραγμένη και μου ζήτησε να τρέξω κοντά της. « Ρηνάκι μου », μου λέει, « τι έχω πάθει η κακομοίρα! Όχι πως δεν μου αρέσει ο άνθρωπος και πως δεν εγκρίνω, αλλά τί θα γίνει, όταν μάθει; Να ξέρεις,  παιδί  μου, θα το παρατήσει το κορίτσι… Ε! και με το δίκιο του. Δεν θα πρέπει να ξέρει και αυτός και η οικογένειά του, από πού κρατάει η σκούφια της; Δεν θ’ ανησυχεί για κληρονομικότητες και τα τοιαύτα; Άστα, παιδάκι μου, μην τα ρωτάς το  τι έχω πάθει. Ειρήνη μου, σ’ εξορκίζω, κορίτσι μου. Μην τ’ αφήσεις μόνο του · όπου τα δικά σου παιδιά, κι’ αυτό. Προστάτεψέ το, να νοιώθει κι’ αυτό κάποιον να το προσέχει…Δόξα τω Θεώ είναι αυτάρκης. Δεν έχει ανάγκη ούτε να τη στεγάσουν, ούτε να την ποδέσουν, ούτε να την ταΐσουν. Άλλη είναι η ανάγκη, της ψυχής!..»
«Δεν χρειαζόταν να της υποσχεθώ κάτι. Το ήξερε πολύ καλά · προσυπέγραφαν η αγάπη και η εκτίμηση χρόνων γι’ αυτό. δεν φαντάζεσαι την αγωνία της · έως θανάτου μπορώ να σου πω. Έμεινα πολλή ώρα κοντά της μέχρι να συνέλθει από την ταραχή της. Όλη η σκέψη της, η έγνοια της, όλο της το είναι, ήσουν εσύ. Τι θ’ απογίνεις εσύ μόνη στον κόσμο. Κράτησα κι’ αυτό μέσα σ’ όλα εκείνα, που έλεγε και ξανάλεγε: «Εγώ δε θα ζήσω να τη δω νυφούλα. Μιας και βρήκε κι’ αυτή τον άνθρωπό της, ώρα μου τώρα να πάω κι’ εγώ στον άντρα μου. Αρκετά μείναμε χώρια. Έκανα κουράγιο γι’ αυτό το παιδί. Είχα υποχρέωση σα γονιός. Και μου το’ χε πει, «το παιδί είναι καλό και έξυπνο. Μην το αφήσεις χωρίς να το μορφώσεις…λεφτά να κόψεις από τον τοίχο, μα να το σπουδάσεις, γιατί, όπως θα ναι μόνο του αργότερα στη ζωή, να μην έχει την ανάγκη κανενός. Την προίκα της θα την έχει, ε!.. Άλλωστε πότε είναι δυνατός ο άνθρωπος; Όταν στέκεται μόνος στα πόδια του.» «Κι’ ύστερα, Ειρήνη μου, αν ποτέ βρει τους φυσικούς της γονείς, τ’ αδέρφια της-ίσως- και τους συγγενείς της, να μη γυρίσουν και πούνε: « το πήραν που το πήραν για να τους γηροκομήσει, εμ! δεν το μορφώνανε κιόλας;».
«Λοιπόν, άκου» συνέχισε η εξαδερφη. Μπορεί η γνωριμία των γονιών σου να ξεκίνησε από προξενιό, όμως ο θείος δεν άργησε να ερωτευθεί τη θεία και έτσι, παντρεύτηκαν. Βέβαια είχαν και οι δυο τους μια σχετική ηλικία. Έτσι οι ελπίδες ήταν λιγοστές για να κάνουν ένα δικό τους παιδί. Όμως ήθελαν διακαώς ένα. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήραν τη μεγάλη απόφαση. Πήγαιναν να βρουν την ευτυχία « στον τρόπο του ταξιδιού και όχι στο σταθμό ». Ανέβαιναν για πολλοστή φορά τα σκαλοπάτια του Ιδρύματος. Ζητούσαν απεγνωσμένα ένα παιδί για ελπίδα και συντροφιά. Οι επισκέψεις τους στο βρεφοκομείο υπήρξαν συχνές, όχι τόσο για να διαλέξουν κάποιο, αλλά γιατί δεν μπορούσαν να διαλέξουν · σχεδόν όλα τους ήταν γλυκύτατα και τα είχαν αγαπήσει»
          «Αποτελώ τη δεύτερη επιλογή», σκέφτηκα, αλλά δεν διέκοψα την Ειρήνη.
«Που λες, εκείνο το απόγευμα όμως δυο μάτια καστανά τους κοίταξαν πίσω από τα κάγκελα της κούνιας. Δυο μάτια που παρακαλούσαν, ικέτευαν σχεδόν με την εκφραστικότητά τους, να μη δουν για μιαν ακόμη μέρα τον ίδιο στενόχωρο θάλαμο. Και η μαμά σου είχε αποφασίσει πλέον κοιτάζοντας το παιδί:
«Κοίταξε αυτό το κοριτσάκι. Πόσο είναι αδύνατο αλλά τι μουτράκι που έχει! Δες πώς μας κοιτάζει!…Αυτό θέλω…»
«Μα, χρυσή μου, αυτό είναι του πεθαμού. Τι άνθρωπος να γίνει αυτό; Δεν έχει ζωή μέσα του…»
«Μα πρόσεξε τη δύναμη που βάζει, για να στηριχθεί όρθιο. Πώς μας παρακολουθεί με τα ματάκια του »
«Βρε, αγάπη μου, να πάρουμε ένα υγιές παιδάκι. Κοίτα εκείνο το παχουλούλικο! Είδες ροζ μαγουλάκια!»
«Καλέ μου, ή αυτό ή κανένα ». αντέταξε η μαμά σου και έγινες, παιδί μου, μια αγάπη, μια λαχτάρα, μια ελπίδα. Η γυναίκα αυτή έπιασε την ψυχή σου με το γάντι».
«Ό,τι και να ήταν», Ειρήνη, «ήταν μια αρχή. Και πάντα σε κάθε αρχή υπάρχει ομορφιά. Ομορφιά στο ότι γεννήθηκα, ομορφιά στο ότι με πήρανε από εκεί μέσα. Το δικό μου λυκαυγές!»
Το σπίτι μας κοσμούσαν μεγάλες βιβλιοθήκες γεμάτες με έργα των Βερίτη, Βάρναλη, Ελύτη, Τσέχωφ, Παπαδιαμάντη, Jean Moréas, Ψυχάρη, Παλαμά, Σπεράντζα, τόμους της «Εστίας», άρθρα στην εφημερίδα « Ακρόπολι » για τα λογοτεχνικά ρεύματα μιας κάποιας εποχής…. Τακτοποιώντας δύο τόμους της "Θέμιδος " και έναν " Πανδέκτη ", ένα πρασινωπό ντοσιέ με ξεθωριασμένες τις άκρες βρίσκονταν σχεδόν όρθιο στο πίσω μέρος της βαθιάς βιβλιοθήκης. Η ετικέτα γραμμένη καλλιγραφικά: «Πράξις υιοθεσίας Αριθ. 207»
   Το Δικαστήριον των εν ….Πρωτοδικών συγκείμενον εκ των Δικαστών… Προέδρου…Εισηγητού…Να κηρυχθεί το κατά τα άνω ανήλικον βρέφος υπό το όνομα…, τέκνον εξώγαμον της….., απούσης και αγνώστου διαμονής, θετόν τέκνον  αμφοτέρων αυτών των αιτούντων και να επιβληθεί η δαπάνη εις βάρος της περιουσίας αυτών…Ιδόν την δικογραφίαν, σκεφθέν κατά τον Νόμον…κηρύσσει θετόν των αιτούντων τέκνον το νήπιον έκθετον θήλυ υπό το όνομα…»
Και παρακάτω οι Νομικές προτάσεις: «…το κοριτσάκι αυτό ανατρέφομεν ως ίδιον ημών τέκνον και πονούμεν και το αγαπώμεν μέχρι παραφροσύνης, αφ’ ότου το κοριτσάκι μας αυτό που ήτανε παραπεταμένο και το συνελέξαμεν από το δρόμον και το οποίον δεν γνωρίζει καν ποίαν τύχην θα είχεν άνευ της εκ μέρους ημών περισυλλογής. Δια ταύτα αιτούμεθα την παραδοχήν της ανωτέρω αιτήσεώς μας.
                                                            Ο Δικηγόρος
            …………»

«Τα νήματα της καρδιάς μου είχαν αδυνατίσει που κι’ ακόμα η ανάσα μου θα μπορούσε να τα σπάσει», μου έρχεται στο νου ο Καραγάτσης. Και ακριβώς αυτό συνέβαινε τώρα. Έκανε ζέστη, μα η καρδιά μου ήταν κρύα. «Πρέπει να καταλάβω μια ιστορία, που μου ανήκει», σκέφτηκα.
          Γεννάω και το μοναχοπαίδι μου…οι ουρανοί έσκυψαν επάνω μου!...Μ’ ένα αχ! ήρθε στη ζωή μου, ελαφρύ σαν πούπουλο και μυρωδάτο σαν κήπος. Τι τα θέλετε!...Η ζωή δεν επιλέγει, χαρίζεται σε όλους!... Τούτο εδώ δεν θα είναι το παιδί, που κάνει αναπάντεχα την εμφάνισή του, όπως εγώ, στην οικογένεια. Δεν θ’ αναρωτιέται για το ποιός είναι , σαν άλλος Μωϋσής και Οιδίποδας. Δεν θα κατοικεί σ’ έναν υπόγειο κόσμο, γεμάτο φαντασιώσεις και φόβους, που δημιουργούν δαίμονες και που δεν θα μπορεί να τον μοιραστεί με κανέναν. Δεν θα είναι το παιδί, που θ’ αλλάξει χέρια. Δεν θα έχει την αγωνία, τον πανικό και την αμφιβολία, όπως εγώ. Το είχα και είχα τα πανιά για το ταξίδι μου…
Ταξίδι που ξεκίνησε κάποια προπαραμονή Χριστουγέννων ύστερα από πολύμηνη αναζήτηση.
          Και την βρήκα, καλοί μου, την βρήκα την φυσική μου μητέρα. Χα…Με πόση ευκολία οι νέοι σήμερα χρησιμοποιούν τη λέξη σοκ. Δεν έχουν την παραμικρή ιδέα τι μπορεί να σημαίνει…Και πόση δύναμη έχει…
          Την βλέπω να περπατά διστακτικά προς το μέρος του άντρα μου. Ψηλή, καλοντυμένη γυναίκα, με περιποιημένα γκρίζα μαλλιά. Αποπνέει μιαν αρχοντιά και πολλή αποφασιστικότητα. «Αυτή είναι, λοιπόν, η γυναίκα, που μ’ έφερε στον κόσμο» σκέφτομαι, χωρίς να μπορώ να ξεκολλήσω τα μάτια  από πάνω της. «Αυτή είναι η φυσική μου μητέρα, που χρόνια ολόκληρα κουβαλούσα την ιδέα και το μαράζι της μέσα μου…Αυτή είναι , λοιπόν…Αχ! πόσο θα ήθελα να είμαι δίπλα της, να τη βλέπω και να την ακούω…Αυτή είναι…». Οι σκέψεις σαν τρελές και το βλέμμα καρφωμένο…« Όαση δίχως έρημο δεν αξίζει τίποτε. Πώς θα ζούσα αυτή τη στιγμή, χωρίς να την έχω στερηθεί…Το κενό μου όμως δεν έχει καλυφθεί και οι απορίες μου δεν λύθηκαν. Έχει αρχίσει κάτι; Θα υπάρξει αφομοίωση; Λες να μην φτάσω ποτέ στο τέλος της; Νοιώθω ολοκληρωμένη, που απόκτησα ρίζες. Σε ανύποπτες στιγμές προκύπτουν καινούριες σκέψεις, όπως, όταν πέφτει ένα βότσαλο στο νερό και δημιουργούνται νέοι ομόκεντροι κύκλοι. Είναι το λυκαυγές ή το λυκόφως μου σήμερα; »
 Τι πόνος μου ξέσκισε την καρδιά, όταν είδα την αρνητική κίνηση… Δεν θέλει να μου μιλήσει. Αρνήθηκε, ότι είμαι κόρη της Ένα πύρινο γιατί κατέκαψε την ύπαρξή μου. « Δεν μ’ ένοιωσε εννιά μήνες μέσα της; Δεν πόνεσε όταν με γεννούσε; Ξέχασε τόσο γρήγορα; Δεν ένοιωσε – έστω και για λίγο – μάνα; Δεν σήμαινα τίποτα παρά ένα περιττό βάρος; Πού είναι τα αισθήματα, η ανθρωπιά , έστω, για ένα αδύναμο βρέφος, που εγκαταλείπεται στην τύχη του…Ποια η μοίρα αυτής της αθώας μικρής ύπαρξης; Διόλου δε νοιάστηκε για την ψυχή της… Είναι άνθρωπος, είναι γυναίκα · πώς έζησε την υπόλοιπη ζωή της; Οι ερινύες, οι ενοχές, η συνείδηση…»
          Η συνομιλία τέλειωσε. Χαιρετηθήκαμε και πήραμε το δρόμου παράλληλα. Είχα βυθιστεί στους λυγμούς, στο θρήνο και στις σκέψεις…Χιόνιζε και  περπατούσα ανάμεσα στους χαρούμενους ανθρώπους κι’ ένοιωθα παρατημένη και το χιόνι να μου ζεσταίνει το χωρίς αίμα πρόσωπό μου. Από απέναντι η μαμά έριχνε κλεφτές ματιές στο κορίτσι που μόλις είχε αρνηθεί, μα…τι μπορούσε να κάνει; Γύρισα και την κοίταξα μ’ ένα εύγλωττο γιατί στα κλαμένα μου μάτια. Προπαραμονή Χριστουγέννων · σε λίγο θα γιορτάζαμε τη Γέννηση. Μέσα μου ένοιωσα να μισώ – ναι, να μισώ – τη μητρότητα.
Αναζήτησα τις λατρεμένες μορφές των πραγματικών γονιών μου. «Λυτρώστε με από τον πόνο, αγαπημένοι μου…» φώναξα εντός μου. Ζητούσα διέξοδο, γιατί ο πόνος ήταν αβάσταχτος, ζητούσα παρηγοριά από τους αγαπημένους γιατί ένοιωσα αδικημένη. Ψέλλισα τα Λόγια εκείνα: περίλυπος εστίν η ψυχή μου, έως θανάτου και καταλάγιασα. Η προσμονή μου να τη γνωρίσω, ήταν πιο σκληρή και από τούτη τη στιγμή, που’ ναι σα βράχος. Θυμάμαι  ένα τετράστιχο, που κάποτε μας είχε βάλει να το μάθουμε  απέξω η κυρία Καίτη, η δασκάλα μου:
Πριν να το εγκαταλείψεις, πριν να σβήσεις την πνοή του,
σκύψε, κοίταξ’ το στα μάτια, για να δεις μες την ψυχή του.
Σου προσφέρει τη ζωή του, πρόσφερέ του αγάπη μάνας,
Δώσε λίγη σημασία , στο αλάνι της αλάνας
Είναι ήρεμη η νύχτα σαν τη νύχτα ήρεμη, όμως ο ύπνος μου ανήσυχος και τα όνειρα εφιάλτες, Έτρεχα, λέει, ξοπίσω από τη μητέρα  ικετεύοντάς την να σταθεί και να μ’ ακούσει…της φώναζα όλες τις ερωτήσεις, που με βασάνιζαν την ψυχή τα τόσα χρόνια…"ντρεπόσουν τάχα για μένα; Ήσουν κατατρεγμένη, ήσουν χαρούμενη, με γέννησες με αγάπη, με μίσος;…" κι έτρεχα πίσω από τη φιγούρα της μητέρας, που ήταν το μεγαλύτερο όνειρο στη φαντασία μου…"πες μου, μίλα μου, ποιός ήταν εκείνος που φρόντισε για το καλό σου, για τη δυστυχία σου; σου ήμουν ένα βάρος; γιατί άφησες να σ’ αποχωριστώ τόσο βίαια; Γιατί άφησες να μείνω ολομόναχο βρεφαρούδι στην άκρη μιας κρύας κούνιας στο ίδρυμα μέχρι να υιοθετηθώ;…"
Τελικά για όλα έρχεται η ώρα τους… Η ζωή μοιάζει να υπόσχεται τα καλύτερα. Η φωνούλα εντός μου ξυπνά τα κύματα της σκέψης και της θύμησης…φωνάζει γλυκά μα επίμονα.  Το αποφάσισα!!!....Ναι, θα της γράψω γράμμα. Η επαφή από το τηλέφωνο άμεση αλλά απρόσωπη. Το γράμμα είναι αλλιώς!!...Δεν θα της το στείλω μα θα βρω τρόπο να της το δώσω εγώ η ίδια. Φαντάζομαι τη στιγμή που θα της το περνάω στο χέρι, κλεφτά, συνωμοτικά σχεδόν…« Ας της το γράψω πρώτα κι ύστερα βρίσκω τον τρόπο που θα της το δώσω » σκέφτομαι και κάθομαι αμέσως στο γραφείο. Πάνω στο λευκό χαρτί διαγράφεται η μορφής της μαμάς και αφήνω τις λέξεις να ξεχυθούν και να καλύψουν τα μαλλιά, το μέτωπο, τα μάτια, το σώμα ολόκληρο…από εκείνη εκπορεύονται όσα γράφω…δεν σταματάω καθόλου. Το χέρι τρέχει στο χαρτί και το πρόσωπό μου παίρνει χίλιες εκφράσεις…Λόγια που άργησαν τόσο να έρθουν…

« Απρίλης
αγαπημένη μου μαμά ΄
έτσι σε νοιώθω κι έτσι σε προσφωνώ. Ξέρεις πολύ καλά, ότι έκανα τόσες προσπάθειες για να σε ανταμώσω. Θα σου φρεσκάρω λιγάκι τη μνήμη. Ήταν 23 του Δεκέμβρη όταν, ενόσω μιλούσες με τον άντρα μου, εγώ σε παρατηρούσα μισοκρυμμένη πίσω από το περίπτερο της γωνίας. Η αρνητική κίνηση του κεφαλιού σου μου ράγισε την καρδιά. Ήμουν υπό το κράτος σφοδρών αισθημάτων και συναισθημάτων και έτσι δεν κατάλαβα τη δικαιολογημένη άρνησή σου. Σε είχα διαβεβαιώσει, ότι δεν επιθυμούσα με κανέναν τρόπο και για κανένα λόγο να είμαι η αιτία που θα χαλάσουν η συζυγική και οικογενειακή σου ευτυχία και γαλήνη. Το μόνο που ήθελα και βεβαίως θέλω και θα θέλω πολύ, είναι να βρεθούμε όποτε, όπως και όπου εσύ θέλεις, να κουβεντιάσουμε. Σαν φίλες. Γιατί, πίστεψέ με, έτσι νοιώθω. Άλλωστε θα ήταν αφύσικο, αν όχι και παράλογο, να επιθυμώ μητρική στοργή…τέτοια πήρα και με το παραπάνω από τους γονείς μου. Είμαι πια αρκετά μεγάλη για να έχω ανάγκη από μητρικό κουκούλι. Θα αναρωτιέσαι, ίσως, γιατί επέλεξα να σου γράψω κι όχι να επιδιώξω (πίστεψέ με θα μου ήταν πολύ εύκολο) να σε συναντήσω. Είναι γιατί κατάλαβα τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεσαι. Σε μένα ήταν σαφώς ευκολότερο να καταλάβω το πώς σκέφτεσαι. Ίσως να υπάρχει ένας διάχυτος φόβος από μεριά σου για μένα. Δεν αποκλείω να θέλεις κι εσύ η ίδια να μου μιλήσεις, αλλά διστάζεις. Εκείνο που δεν πρέπει να νοιώθεις είναι ενοχή, κι ούτε υπάρχει και κανένας λόγος άλλωστε. Και ποιές θα έπρεπε να είναι οι ενοχές σου; Το ότι υπήρξες πηγή ζωής; Το ότι θα μπορούσες – κι είχες το κάθε δικαίωμα και την όποια δικαιολογία – ν’ αφανίσεις το ανεπιθύμητο έμβρυο; Το ότι ερχόσουν, στις πολύ αρχές, στο καινούργιο μου σπίτι για να με βλέπεις; Το ότι σεβάστηκες τη θέση και το ρόλο της μητέρας μου και δεν έδωσες σημάδι ζωής για να μη με αναστατώσεις στην τρυφερή μου ηλικία; Το ότι αγαπούσες τη μητρότητα και δημιούργησες επιτυχημένα – φαντάζομαι και εύχομαι – παιδιά;
Μη θεωρείς, ότι πιστεύω, πως με « πέταξες ». Έφτιαξες τη ζωή σου έχοντας ησυχάσει, πως βρισκόμουν σε καλά χέρια. Λίγα είναι αυτά που έκανες; Πες μου, ποια είναι η ενοχή σου και το φταίξιμό σου; Δεν θα πρέπει να φοβάσαι το Θεό, γιατί επετέλεσες την αποστολή σου. Αυτό που ήξερες, που καταλάβαινες και επιθυμούσες το έκανες και με το παραπάνω.
Εγώ από τη δική μου τη μεριά δοξάζω το Θεό που είσαι ζωντανή. Που με κάνει να ελπίζω. Που βρίσκεσαι κοντά. Που μ’ αξίωσε να γίνω αυτό που είμαι και δεν με αφάνισε. Που σ’ έκανε φυσική μου μάνα. Εδώ και σαράντα χρόνια παρακαλώ να σε φέρει.
Θυμάσαι που πριν από ένα χρόνο σου χτύπησα την πόρτα με το πρόσχημα πως έψαχνα μια φίλη; Θα πρέπει να ήσουν μόνη. Αν δεν έβγαινε η γειτόνισσά σου, ίσως και να σου μιλούσα. Σου έδωσα σημάδι πως θα περιμένω κάτω στα σκαλιά. Ίσως και να με αναγνώρισες. Όμως δεν κατέβηκες. Ποια άλλη γυναίκα – που δεν θα με ήξερε – δεν θα μου πρότεινε να περιμένω τη φίλη στο σπίτι της για λίγο χρόνο;
Μαμά μου, όλα αυτά σου τα γράφω για να με γνωρίσεις λιγάκι…για να καταλάβεις πώς σκέφτομαι και τί αισθήματα τρέφω για σένα. Ν’ απαλλαγείς από τους φόβους. Θέλω να λυτρωθούμε και οι δυο μας. Ίσως και να εξιλεωθούμε…σκέψου πόσα πράγματα έχουμε να πούμε. Μη φοβάσαι…σε περιμένω. Τηλεφώνησέ μου, όποια ώρα εσύ θέλεις. Θάρθω να σε βρω, όπου και να μου πεις. Θα είναι όμορφα, θα το δεις…Το χρωστάς στον εαυτό σου και σε μένα.
                                                     Σ’ αγαπάω
Η κόρη σου»

Ο  ύπνος με τύλιξε μέσα σε δάκρυα και σκέψη…« Αν γύριζες ξανά, φωτιές, βεγγαλικά, θα χόρευαν παντού…» φέρνω στο νου την θεϊκή φωνή της Λαμπέτη.    Κι έπρεπε να περάσουν άλλα δέκα χρόνια με καρτέρεμα και αγωνία…
          Ποτέ άλλοτε δεν ήμουν έτοιμη όσο εκείνη την 1η Αυγούστου. Ανοίγει νέα σελίδα στη ζωή μου ή καλύτερα ξαναγεννιέμαι. Ύστερα από ένα υπέροχο χαλαρωτικό μπάνιο στέκομαι εμπρός από τον ολόσωμο καθρέφτη και αρχίζω να φοράω τα ολοκαίνουργια ρούχα μου . Μαύρα εσώρουχα, ένα άνετο σκούρο μπλε παντελόνι, μια κοντομάνικη βαμβακερή μπλε μπλούζα, κατακόκκινο φουλάρι δεμένο σταυρόκομπο στο λαιμό και κόκκινα μοκασίνια. Χτενίζω προσεκτικά τα μαλλιά, φοράω το δαχτυλίδι της μαμάς καθώς κι εκείνο το πολύ απλό με το μονόγραμμα του πατέρα τμου. Θέλω να τους έχω μαζί της. Διακατέχομαι από προσμονή, περιέργεια, αγωνία, χαρά…Όλα ετούτα ένα κουβάρι μέσα μου. Έχω και δεν έχω σκέψεις, που δεν μπορώ να βάλω σε σειρά. Ξέρω, πως κάτι ξεκινάει κα πως είμαι αποφασισμένη να το ακολουθήσω ως το τέλος. Το άγνωστο! Το δικό μου άγνωστο, που το ακολουθώ σαν υπνωτισμένη. Έχω τυλίξει με περισσή φροντίδα κι επιμέλεια τα τέσσερα κεντημένα δωράκια. Αμίλητοι, ετοιμαζόμαστε κι οι δυο μας για τη μεγάλη στιγμή. Τον άντρα μου απασχολεί η σκέψη για το πώς θα είναι η υποδοχή. Κάπου στην ακρούλα της καρδιάς μου φωλιάζει ένας μικρός φόβος ˙ θα με δεχθούν έτσι όπως μου αξίζει ή θα είναι μια καθαρά τυπική συνάντηση; Προσπαθώ να διώξω τις αρνητικές σκέψεις. Φτάνουμε στο σπίτι.
Πολύτιμες σταγόνες σιωπής…Και ξαφνικά βλέπω από το βάθος του διαδρόμου να έρχεται η μαμά με ανοιχτά τα χέρια σε αγκαλιά και να λέει συνεχώς: «Έλα, γραμμένη μου, έλα…έλα, κορίτσι μου…παιδί μου….έλα καλό μου….» Μάνα και κόρη σε μιαν αγκαλιά όλο λαχτάρα, μ’ ατέλειωτα φιλιά, χωρίς κουβέντες, με πολλή αγάπη και δάκρυα λύτρωσης, χωρίς υποχρεώσεις, επιπλοκές, ενοχές, ελεύθερες, δίχως φόβους και τύψεις. Ξαναγεννιέμαστε. Η μία το λυκαυγές της άλλης. Δεν νοιώθω απολύτως τίποτε ˙ μοιάζω με την Μερκούρη στη "Στέλλα", όταν κρατούσε το άψυχο κορμί της ο Φούντας. Νοιώθω νεκρωμένη. «Μου αρκεί που με θέλεις…Σ’ ευχαριστώ που είμαι…Χρωστάω σ’ εσένα τη ζωή μου….Κι όλα τ’ άλλα σ’ εκείνους…» της ψέλισα στο αυτί και σωριάζομαι στην καρέκλα χαλαρή σαν ξεκούρδιστο ρολόι. Θέλω να κάνω μνημόσυνο στους γονείς μου κι είμαι σίγουρη, πως εκείνη την ώρα βρίσκονται κοντά μου. Τους το χρωστάω αλλά και το δικαιούνται Βάζω τα κλάματα. Κάθε δυνατό συναίσθημα μέσα μου στέλνει και τα δικά του δάκρυα. Και τ’ αδέρφια γύρω μου, κοντά μου, να μου κρατούν το χέρι. Κι ύστερα έρχονται τ’ ανήψια, οι γαμπροί, ο άντρας μου…Η μάνα της ρίζας να μη μου αφήνει το χέρι…κι εγώ να έχω αρχίσει να σκέφτομαι με ποιόν τρόπο θα έκανα γνωστό στο παιδί μου όλη αυτή την ιστορία…Κι όταν έγινε, η αντίδρασή του υπήρξε φυσιολογική…Βλέπετε οι νέοι έχουν έναν εντελώς δικό τους τρόπο να προσεγγίζουν ορισμένα θέματα.
Από τότε με περιβάλλει μια θάλασσα από καρδιές, ζεστές, τρυφερές, δοτικές, ανοιχτές, ευαίσθητες!...« Θεέ μου, πόση ομορφιά!!! Τι ζωή μου χάρισες! Ομορφιά στην ομορφιά αλλά και στην ασχήμια Ελπίδα στις σκοτεινές σπηλιές…Η πιο επείγουσα περίπτωση είμαι εγώ.»
          Στις συχνότατες συναθροίσεις μας, παρακολουθώ τα’ αδέρφια μου να μιλούν, ν’ αστειεύονται μεταξύ τους ή ν’ ανασύρουν αναμνήσεις για να με κάνουν κι εμένα κοινωνό της ζωής που δεν είχα μαζί τους. Ορφανά που τα χώρισε ο χρόνος, σκέφτομαι….Βιαζόμουν να περάσει ο καιρός για να έχω ΠΑΡΕΛΘΟΝ μαζί τους…Είχα δυό μαμάδες αλλά δεν χάρηκα πατέρα. Και  για σκεφτείτε: Όταν θα πέθαινε η μαμά μας, για άλλους λόγους θα έκλαιγαν εκείνα και για άλλους εγώ Η διαπίστωσή μου γινόταν εντονότερη όσο περνούσε ο καιρός. Εκείνα είχαν μιαν ολόκληρη κοινή ζωή κι εγώ βρισκόμουν ΠΑΝΤΑ και θα βρίσκομαι ένα ημιτόνιο πίσω τους…

ΤΕΛΟΣ



1 σχόλιο: